Μέχρι το 1933, η προσέγγιση είχε φτάσει σε σημείο όπου συζητούνταν όχι μόνο μια τελωνειακή ένωση, αλλά ακόμη και βήματα προς μια ευρύτερη πολιτική ένωση. Ήταν όμως πράγματι σχέδιο δημιουργίας ενός ενιαίου κράτους; Οι ιστορικές πηγές παρουσιάζουν μια πιο σύνθετη εικόνα.

Οι σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας κατά τις αρχές του 20ού αιώνα χαρακτηρίστηκαν από πολέμους, εδαφικές διαφορές και μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών.

Με τη Συνθήκη της Λωζάννης, που υπογράφηκε στις 24 Ιουλίου 1923, διαμορφώθηκε το νέο νομικό πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ των δύο ανεξάρτητων κρατών.[1]

Ωστόσο, η ειρήνη δεν σήμαινε ότι όλα τα προβλήματα είχαν επιλυθεί.

Cumhuriyet Döneminde Türkiye ile Yunanistan’ın Birleşmesi Gündeme Geldi mi?
Cumhuriyet Döneminde Türkiye ile Yunanistan’ın Birleşmesi Gündeme Geldi mi?
İçeriği Görüntüle

Η ανταλλαγή πληθυσμών, τα περιουσιακά ζητήματα και το ζήτημα των εγκατεστημένων πληθυσμών συνέχισαν να προκαλούν εντάσεις μεταξύ Άγκυρας και Αθήνας κατά τη δεκαετία του 1920.

Η μεγάλη αλλαγή ήρθε το 1930.

Η μεγάλη προσέγγιση του Ατατούρκ και του Βενιζέλου

Στις 10 Ιουνίου 1930 υπογράφηκε στην Άγκυρα συμφωνία που συνέβαλε σημαντικά στην επίλυση των διαφορών που είχαν προκύψει από την ανταλλαγή των πληθυσμών.[2]

Λίγους μήνες αργότερα, ο Έλληνας πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος επισκέφθηκε την Τουρκία.

Στις 30 Οκτωβρίου 1930 υπογράφηκε στην Άγκυρα το Σύμφωνο Φιλίας, Ουδετερότητας, Συνδιαλλαγής και Διαιτησίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.[3]

Την ίδια περίοδο υπογράφηκαν και άλλες συμφωνίες που αφορούσαν τις διμερείς σχέσεις, το εμπόριο, τη ναυσιπλοΐα και την εγκατάσταση πολιτών.[2]

Έτσι άρχισε μια εξαιρετικά γρήγορη διπλωματική προσέγγιση ανάμεσα σε δύο χώρες που μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα είχαν πολεμήσει μεταξύ τους.

Το πιο εντυπωσιακό κεφάλαιο αυτής της προσέγγισης εμφανίστηκε το 1933.

1933: Στο τραπέζι η τελωνειακή ένωση

Σύμφωνα με ακαδημαϊκή μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό του Κέντρου Ερευνών Ατατούρκ και βασίζεται σε διπλωματικά και αρχειακά τεκμήρια, τον Μάιο του 1933 διατυπώθηκαν προτάσεις για τη δημιουργία τελωνειακής ένωσης μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας.[4]

Οι συζητήσεις όμως δεν περιορίζονταν μόνο στην οικονομία.

Η ίδια έρευνα αναφέρει ότι, μετά τη δημιουργία μιας τελωνειακής ένωσης, διατυπώθηκε ακόμη και η ιδέα οι δύο χώρες να προχωρήσουν σε βήματα «προς την πολιτική ένωση».[4]

Για τα δεδομένα της εποχής, επρόκειτο για μια εξαιρετικά φιλόδοξη ιδέα.

Αυτό αποτελεί και μία από τις ιστορικές βάσεις των μεταγενέστερων αναφορών περί πιθανής «ένωσης Τουρκίας και Ελλάδας».

Χρειάζεται όμως μια κρίσιμη διάκριση.

Θα γίνονταν πράγματι ένα κράτος;

Οι διαθέσιμες επίσημες και ακαδημαϊκές πηγές δεν τεκμηριώνουν την ύπαρξη εγκεκριμένου επίσημου σχεδίου του Ατατούρκ για την κατάργηση της Τουρκίας και της Ελλάδας ως ξεχωριστών κρατών και τη δημιουργία ενός ενιαίου κράτους.

Δεν υπάρχει επίσης υπογεγραμμένη συνθήκη που να προβλέπει μια τέτοια κρατική ένωση.

Η ιστορικά ακριβέστερη διατύπωση είναι διαφορετική:

Μέχρι το 1933, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είχαν αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να συζητείται η δημιουργία τελωνειακής ένωσης και, σε ένα επόμενο στάδιο, η προοπτική βημάτων προς μια ευρύτερη πολιτική ένωση.[4]

Ακόμη και η σχεδιαζόμενη τελωνειακή ένωση, πάντως, δεν πραγματοποιήθηκε.[4]

Επομένως, ο ισχυρισμός ότι «ο Ατατούρκ επρόκειτο να ενώσει την Τουρκία και την Ελλάδα σε ένα κράτος» υπερβαίνει όσα μπορούν να αποδειχθούν από τα διαθέσιμα ιστορικά τεκμήρια.

Αντίθετα, η θέση ότι κατά την εποχή του Ατατούρκ συζητήθηκαν ιδέες που ξεκινούσαν από την οικονομική ένωση και έφταναν έως την πολιτική προσέγγιση στηρίζεται σε ιστορικές πηγές.

Το 1933 οι σχέσεις προχώρησαν ακόμη περισσότερο

Την ίδια χρονιά, ο Έλληνας πρωθυπουργός Παναγής Τσαλδάρης επισκέφθηκε την Τουρκία.

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1933 υπογράφηκε μεταξύ των δύο χωρών το Σύμφωνο Εγκάρδιας Συνεννόησης.

Με τη συμφωνία αυτή οι δύο πλευρές εγγυήθηκαν αμοιβαία το απαραβίαστο των κοινών τους συνόρων.[5]

Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ και ο Ελευθέριος Βενιζέλος συναντήθηκαν επίσης στην Κωνσταντινούπολη.

Στις συζητήσεις τους εξετάστηκε η δυνατότητα ευρύτερης συνεργασίας μεταξύ των βαλκανικών κρατών.

Η τουρκική εξωτερική πολιτική της περιόδου έδινε ιδιαίτερη έμφαση στη διατήρηση της ειρήνης, στη σταθερότητα των υφιστάμενων συνόρων και στη δημιουργία ενός περιφερειακού συστήματος ασφάλειας.[4]

Η πολιτική αυτή απέκτησε σύντομα θεσμική μορφή.

Στις 9 Φεβρουαρίου 1934 η Τουρκία, η Ελλάδα, η Γιουγκοσλαβία και η Ρουμανία υπέγραψαν το Βαλκανικό Σύμφωνο.[6]

Η ελληνοτουρκική προσέγγιση είχε πλέον μετατραπεί σε σημαντικό μέρος μιας ευρύτερης βαλκανικής πολιτικής ασφάλειας.

Ο Βενιζέλος πρότεινε τον Ατατούρκ για το Νόμπελ Ειρήνης

Ένα από τα πλέον συμβολικά γεγονότα αυτής της περιόδου σημειώθηκε το 1934.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος είχε διατελέσει πρωθυπουργός της Ελλάδας σε μια περίοδο πολεμικής σύγκρουσης με την Τουρκία, πρότεινε στις 12 Ιανουαρίου 1934 τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ για το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης.[7]

Η υποψηφιότητα αυτή αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σύμβολα της θεαματικής μεταβολής των ελληνοτουρκικών σχέσεων μέσα σε περίπου μία δεκαετία.

Η προσέγγιση συνεχίστηκε μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του Ατατούρκ.

Στις 27 Απριλίου 1938 υπογράφηκε νέα συμπληρωματική συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ενισχύοντας περαιτέρω το σύστημα συνεργασίας που είχε οικοδομηθεί από το 1930.[7]

Από τον πόλεμο στη συζήτηση για πολιτική ένωση

Το γεγονός ότι, περίπου μία δεκαετία μετά την πολεμική σύγκρουση, η Τουρκία και η Ελλάδα είχαν φτάσει να συζητούν τελωνειακή ένωση και ακόμη στενότερες μορφές πολιτικής συνεργασίας αποτελεί μία από τις αξιοσημείωτες διπλωματικές εξελίξεις της περιόδου του Μεσοπολέμου.

Ωστόσο, είναι απαραίτητο να διατηρηθεί η ιστορική διάκριση.

Δεν υπάρχουν επαρκή τεκμήρια που να αποδεικνύουν ότι υπήρξε επίσημο σχέδιο του Ατατούρκ για τη δημιουργία ενός ενιαίου ελληνοτουρκικού κράτους.

Υπάρχουν, όμως, ιστορικά στοιχεία που δείχνουν ότι το 1933 συζητήθηκε η δημιουργία τελωνειακής ένωσης και διατυπώθηκαν προτάσεις για περαιτέρω βήματα προς μια πολιτική ένωση.[4]

Επομένως, το ιστορικά ασφαλέστερο συμπέρασμα είναι το εξής:

Κατά την εποχή του Ατατούρκ δεν αποφασίστηκε η ένωση της Τουρκίας και της Ελλάδας σε ένα ενιαίο κράτος. Ωστόσο, η εντυπωσιακή προσέγγιση των δύο χωρών έφτασε το 1933 μέχρι τη συζήτηση ιδεών που ξεκινούσαν από την τελωνειακή συνεργασία και έφταναν προς μια μορφή πολιτικής ένωσης.

ΠΗΓΕΣ

1. Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης, 24 Ιουλίου 1923.
2. Συμφωνίες Τουρκίας–Ελλάδας και Σύμβαση της Άγκυρας, 10 Ιουνίου 1930.
3. League of Nations Treaty Series, Treaty of Friendship, Neutrality, Conciliation and Arbitration between Greece and Turkey, Άγκυρα, 30 Οκτωβρίου 1930.
4. Bilgiç, Bestami S., «Atatürk Döneminde Türkiye-Yunanistan İlişkileri, 1923-1938», Atatürk Araştırma Merkezi Dergisi, Τόμος XXXI, Τεύχος 91.
5. Τεκμήρια και ακαδημαϊκές μελέτες σχετικά με το Σύμφωνο Εγκάρδιας Συνεννόησης Τουρκίας–Ελλάδας της 14ης Σεπτεμβρίου 1933.
6. Υπουργείο Εξωτερικών της Δημοκρατίας της Τουρκίας, αρχειακό υλικό για την τουρκική εξωτερική πολιτική κατά την περίοδο του Ατατούρκ και το Βαλκανικό Σύμφωνο του 1934.
7. Atatürk Ansiklopedisi, αρχειακό και βιογραφικό υλικό για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, την υποψηφιότητα του Ατατούρκ για το Νόμπελ Ειρήνης και τη συμφωνία του 1938.